Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου 2017

ΚΡΗΤΗ... ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ



Η ΚΡΗΤΗ ΗΤΑΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ ΚΙ ΑΣ ΕΙΜΑΙ ΧΙΩΤΗΣ



Ο ΣΤΕΛΙΟΣ


ΕΙΧΑ σχεδόν 5 μήνες στο καράβι μπαρκαρισμένος και δεν καταφέραμε μια εξόδου σε ένα λιμάνι.
ΝΑ ΠΙΟΎΜΕ μια μπύρα βρε αδερφέ να ψωνίσουμε μια σοκολάτα. Βέβαια τα σημερινά βαπόρια του τύπου κέιπ σάιζ δεν κάθονται στο λιμάνι παρά ώρες, 24 ώρες 36 ώρες άντε 48. Και μέσα σε αυτές τις ώρες πρέπει να γίνουν οι δουλειές του λιμανιού οι επιθεωρήσεις οι διάφορες από τις λιμενικές αρχές, παραλαβές καυσίμων , λιπαντικών , φαγώσιμα, αναλώσιμα, όλα με τη ψυχή στο στόμα, όπου… φτάνουμε πια στο σημείο να λέμε Άγιε μου Νικόλα μου άντε να βγούμε στο πέλαγος να ηρεμήσουμε και να ξεκουραστούμε. Εκεί έφθασε το ναυτικό επάγγελμα στις μέρες μας.

Νοιώσαμε λοιπόν μεγάλη ευχαρίστηση όταν πληροφορηθήκαμε ότι θα παραμείνουμε για 2-3 μέρες στο αγκυροβόλιο αναμονής στα νησιά Γκουαίμπα λίγο νοτιότερα από το Ρίο ντε Τζανέιρο στη Βραζιλία. Κάναμε σχέδια να βάλουμε βάρκα για εξόδου στο πανέμορφο ψαροχώρι την Μανγκαρατίμπα να φάμε κανένα φρέσκο ψάρι και να πιούμε καμιά μπύρα.
Τούτο το χωριουδάκι το ξέρουμε όλοι οι ναυτικοί που φορτώνουμε σιδηρομετάλλευμα από τα νησιά Γκουαίμπα και τη Σεπετίμπα. Γνωρίζουμε τα ταβερνάκια του και φυσιογνωμικά πολλούς από τους κατοίκους μάλιστα κάθε φορά ανταλλάσουμε με αρκετούς από αυτούς θερμές χειραψίες και καλωσορίσματα.  Ήταν κι άλλοι που οι φιγούρες κι οι φυσιογνωμίες τους μας ήταν γνωστές μα δε μας μιλούσαν ήταν να πούμε χαρακτηριστικά γνωστά μας ζωντανά αγάλματα.  Η βάρκα έφτασε στο αγκυροβόλιο ακριβώς στις έξη και μας βρήκε τους εξοδούχους σημαιοστολισμένους και αρωματισμένους στη σκάλα του καραβιού και σε 20 λεπτά νάμαστε στη στεριά ζαλισμένοι και σαστισμένοι από τη λαμαρινίαση. Το τροπικό βραδάκι με μπόλικη υγρασία αλλά και ζέστη μας πρότρεψε σχεδόν άμεσα προς τα ταβερνάκια για μπύρες και αναψυκτικά.

Ο πλοίαρχος ο καπετάν  Θοδωρής, εγώ, ο Γιώργης ο μάγειρας, και ο Παναγιώτης ο ανθυποπλοίαρχος βρεθήκαμε στο ίδιο τραπέζι.
Ο καπετά Θοδωρής γύρισε σε μια στιγμή και μου είπε. «ωραία βραδιά ρε Μανώλη,.. τώρα είναι που χρειάζεται μια κιθάρα να τραγουδήσουμε». Τότε πετάχτηκε ο Γιώργης άνθρωπος αποφασιστικός γλεντζές με χιούμορ και λέει. « σιγά το δύσκολο θα πάρουμε ένα ταξί εγώ κι Μανώλης και θα πάμε στην πιο κοντινή πόλη να αγοράσουμε μια»





Μας πήρε καμιά ώρα η εξεύρεση και αγορά μιας φτηνής κιθάρας. Όταν γυρίσαμε μας υποδεχτήκανε όλοι, με ένα θερμό χειροκρότημα, και αρχίσαμε τα τραγούδια. Στα αριστερά μου όπως έπαιζα την κιθάρα παρατήρησα ένα γέροντα καλοστεκούμενο που τον ήξερα εξ’ αποστάσεως κι από άλλες φορές.

Ήταν από τους μόνιμους γνωστούς που δεν μιλούσαν. Τούτη τη φορά τον είδα χαμογελαστό και είχε πλησιάσει την καρέκλα του κοντά στο τραπέζι μας και άκουγε με ενδιαφέρον.  Δεν έδωσα προς στιγμή σημασία γιατί ο καπετάν Θοδωρής ήταν στα σεκλέτια του και έλεγε το ένα τραγούδι μετά το άλλο.Ο Γιώργης που δεν πήγαινε κι αυτός πίσω, ζήτησε να τραγουδήσουμε το «τζιβαέρι» και όλη η παρέα συμφώνησε. Ο καπετάν Θοδωρής με το Γιώργη πήρανε το τραγούδι με τρεμάμενη φωνή γεμάτη συναίσθημα. 
« Αχ η ξενιτειά το πλάνεψε το μοσχολούλουδο μου…» Κείνη την ώρα όπως έπαιζα και κοίταζα το χέρι της κιθάρας έπεσε το μάτι μου πάνω στο γέροντα.  Τα μάτια του τρέχανε δάκρυα είχε σηκωθεί και πλησίαζε προς το τραπέζι μας πήρε μια καρέκλα κι έκατσε αντίκρυ μου.
Ο καπετάν Θοδωρής με το που τέλειωσε το τραγούδι τον ρώτησε ευγενικά στα πορτογέζικα γιατί κλαίει.
Η απάντηση ήρθε στα ελληνικά και μάλιστα με καθαρή κρητική προφορά, «Έλληνας είμαι από τη Κρήτη, το όνομα μου είναι Στέλιος». «Κάτσε κύριε Στέλιο να σε κεράσουμε» του είπε ο καπετάν Θοδωρής «Άστο το… κύριε,.. σκέτο Στέλιο θέλω να με λέτε και να ξέρετε,.. ότι φάγατε και ήπιατε είναι όλα κερασμένα από μένα». απάντησε ο μπάρμπα Στέλιος με τρόπο που δεν άφηνε περιθώρια αντίρρησης.

Τον ευχαριστήσαμε και τον ρώτησα με τη σειρά μου πως βρέθηκε στη Βραζιλία και ειδικά σε αυτό το χωριό. «Είμαι συνταξιούχος φυσικομαθηματικός σπουδαγμένος στην Αθήνα μα εδώ έκανα καριέρα οικογένεια παιδιά και εγγόνια , η γυναίκα μου ήταν Βραζιλιάνα δε ζεί πια» απάντησε μονορούφι. «Και γιατί στη Βραζιλία» τον ξαναρωτώ.
Ο μπάρμπα Στέλιος έμεινε λίγο σκεφτικός μας κοίταξε όλους μια γύρα και απάντησε, μιλώντας αργά και χρωματίζοντας τη φωνή του,.. με ένα τρόπο που μόνο ένας κρητικός ξέρει.  «Πριν από πολλά χρόνια στο εμφύλιο που ήμουνα νέος, δε δέχτηκα θέλεις, δε θέλησα να διαπραγματευτώ τις αρχές μου τις αξίες μου και τα συναισθήματά μου με αντίκρισμα ψέματα, για φτηνοπράμματα .  Γιαυτό, η έπρεπε να πεθάνω η έπρεπε να φύγω…  Έφυγα,.. βάζοντας σε ένα δισάκι τις αξίες και τα συναισθήματά μου και τα κουβαλώ μέχρι τα τώρα.

Τα βραδάκια ως συνταξιούχος που είμαι κατεβαίνω εδώ όταν έχει έλληνες ναυτικούς, τους παρατηρώ και τους ακούω χωρίς να τους μιλώ, αλλιώς κάθομαι στο σπίτι οπού χω δίσκους με ελληνικά τραγούδια που παραγγέλλω και μου στέλνουν από την Ελλάδα και ακούω με τις ώρες.  Τα πρώτα χρόνια ήμουν αποκομμένος. Μετά άρχισα σιγά-σιγά να αλληλογραφώ με τους γονείς μου και τα αδέρφια μου.  Όμως ποτέ δε ξαναγύρισα πίσω.  Πεθάνανε οι γονιοί μου κι ένας μου αδερφός ο μεγάλος χωρίς να τους δω.»

Ο μπάρμπα Στέλιος σταμάτησε απότομα το μονόλογό του και σήκωσε το ποτήρι του « Άντε καλώς εβρεθήκαμε εις υγεία».  Ήπιαμε όλοι μαζί του και συνεχίσαμε τα τραγούδια.  Για να τον τιμήσουμε του τραγούδησα όσο καλά μπορούσα με την κιθάρα δυο παλιά χανιώτικα συρτά του Σκορδαλού όπου ο Στέλιος πάλι δάκρυσε.

«Μοιάζουν πολύ τση θάλασσας, τα μάτια τα δικά σου,.. όπου κανείς,.. όπου κανείς δεν ημπορεί να φύγει από κοντά σου»
και το άλλο.
«Ψάχνω γυρεύω ερευνώ ρωτώ ζητώ κοιτάζω, που θα το βρω το φάρμακο να μην αναστενάζω.»
Γύρω στα μεσάνυκτα χωριστήκαμε και μπήκαμε στη βάρκα για την επιστροφή στο πλοίο και στη δουλειά μας. Όμως μέσα στο μυαλό μου συνέχεια τριγύριζε η προσέγγιση του Στέλιου για τις αξίες και τα συναισθήματα που δεν τα διαπραγματεύτηκε, και ακόμα δεν τα διαπραγματεύεται για να τα εξαργυρώσει, παρά τα κράτησε ακέρια και τα κουβαλά μαζί του. Για να μπορεί να κοιτάζει με ψηλά το κεφάλι ίσια στα μάτια, για να μπορεί να ξέρει για τι να δακρύζει, γιατί πράμα να νοσταλγεί, γιατί να τραγουδά. Κι εμείς που μείναμε και μένουμε πίσω στην πατρίδα όλα τα χρόνια τι άραγε κάναμε?
Διαπραγματευτήκαμε και διαπραγματευόμαστε τις αξίες και τα συναισθήματα μας με φτηνά και χωρίς αξία αντικρίσματα. Κι έτσι φθάσαμε πρώτα- πρώτα σε μια πτώχευση αλλά και κρίση αξιών, για να ακολουθήσει ο εκφυλισμός της ταυτότητας μας μαζί με το γενικότερο ξεπούλημα των πάντων.
Την τελευταία φορά πριν 15 μήνες, πάντως, που πέρασα από την Μανγκαρατίμπα ρώτησα για το Στέλιο. Μου είπαν πως έφυγε για την Ελλάδα μα δεν κατάλαβα πότε και για πόσο. Ποιος ξέρει, ίσως πήγε ν’ ανταμώσει τον παράδεισο της λεβέντικης κι απροσκύνητης καρδιάς του στη Κρήτη πριχού κλείσει για πάντα τα μάτια του. Μήπως κι εμείς έχουμε ακόμη,.. Κάπου… να επιστρέψουμε:















Μανώλης Φύσσας

11/4/2010




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου