Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2020

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

 

Έργο  της Χιώτισσας Γλύπτριας Μ. Παπακωνσταντινου


Όταν ο ήλιος πλησιάζει να δύσει, πριχού η σιωπή της νύχτας μας αγκαλιάσει, καιρός την κλεψύδρα να σταματήσομε και να κοιτάξουμε πίσω, το δρόμο που διανύσαμε. Καιρός περισυλλογής για αυτοέλεγχο και απολογισμό.

 Δεν είναι η στιγμή των αποφάσεων, γιατί το Ρουβίκωνα προ πολλού έχομε περάσει. «Το μεροκάματο τελειώνει και τα μέλη βαρέθηκαν να κουβαλούν του αγώνα τα σύνεργα». Πολλοί κιόλας πίσω μείναν

Μαζί είχαμε ξεκινήσει – θυμάσαι ; - την αυγή, θαμπωμένοι από τη μετουσίωση της ηλιαχτίδας σε τόσα χρώματα στο πέρασμά της από μια σταγόνα νερού, πριν πέσει στη γη για να βλαστήσομε.

Ήταν η πιο γεμάτη εποχή. Ο κόσμος, γεμάτος ομορφιά, λουλούδια, πεταλούδες και όνειρα, που μόνο στον ύπνο του αθώου έρχονται.

Αρχίσαμε το δρόμο τον ατέλειωτο. Που έβγαινε δε ξέραμε, μα ούτε και μας ένοιαζε. Μεθυσμένοι από τη μυρωδιά του αρκόβατου και της βιορέτας, νοιώθαμε τόσο δυνατοί, παρασυρμένοι από το παιχνίδι της φύσης και την έκρηξη της νιότης, που δεν σκεπτόμαστε πως ο ήλιος ποτέ στη δύση θάφτανε.

Κάποτε ο άνθρωπος μας άγγιξε. Μάθαμε πως είμαστε αμαρτωλοί πριν γεννηθούμε, μάθαμε το καλό, το κακό και την κόλαση. Μάθαμε πως στην απέναντι στεριά υπήρχαν άνθρωποι σαν και μας, που ήταν εχθροί μας και έπρεπε να τους μισούμε.

Για το καλό μας μάθαμε πώς να σκοτώνομε τους άλλους συνανθρώπους. Φυσικά των κτισμάτων την ταυτόχρονη καταστροφή την αποφεύγομε. Γιατί είναι κρίμα, λένε. Μάθαμε στα μεγάλα σκολειά πως τους άλλους να εκμεταλλευόμαστε με επιστημονικές μεθόδους για να γίνομε αναπτυγμένοι.


Αρκόβατος 

Κουβαληθήκαμε στις πόλεις, εκεί που το μεροκάματο συχνά δεν τελειώνει  με τον ερχομό της νύχτας. Πολλά τα «μη», τα «όχι», τα «ἀπαγορεύεται», ή καλλίτερα μόνον αυτά. Εδώ δεν φτάνει η μυρωδιά του αρκόβατου και της βιορέτας. Δεν συνταιριάζουν με την ανθρώπινη τη μπόχα. Μα και ούτε στη μόδα των σαλονιών παγαίνουν. Άλλες μυρωδιές μας φτιάχνουν ν’ αναπνέομε, γιατ’ είμαστε πολιτισμένοι. Και μια πολιτισμένη ατμόσφαιρα πρέπει να είναι τέτοια, ώστε πολλή δουλειά να έχουν οι γιατροί, οι δικηγόροι, οι παπάδες, τα κοράκια.


Κόρακες & Κοράκια

 Όμως θαρρώ πως η περισυλλογή μέσα σε «ανθρώπινο» περιβάλλον ανέφικτη είναι και ουτοπία ο αυτοέλεγχος.  Η κλεψύδρα το έργο τ’ αδυσώπητο ξανάρχισε με συνοδό το φόβο. Ο ρόγχος δεν είναι που φοβίζει, μηδέ η παγωνιά της νύχτας, σαν η άμμος στην κλεψύδρα τελειώσει.

Εναγώνιο περιφέρω το βλέμμα στη ζωή, που ανάμεσα στ’ αγκάθια μεταφύτεψα και τα ζιζάνια. Στη ζωή που θα μεγαλώσει – αν προφτάσει – μέσα στο καβάφειό της τείχος, ασυντρόφευτη και έρμαιο των επιτηδείων, «αντικείμενον προς εκμετάλλευσιν».

 

Βιάζομαι αφ’ τους αθρώπους για να φύγω

 – όχι ρίψασπις δεν είμαι

– μη πιότερο μ’ αγγίξουν, για να προφτάσω το ηλιοβασίλεμα, πριχού και τούτο καταστρέψουν.

 

 







Δημ. Μελχροινούδης

 

«Καλλιμασιώτικα» και «Νέα του Ανέμωνα»

Αύγουστος 1991, Αρ. Φύλ. 19

2 σχόλια: